Η Ρόδος είναι ένα νησί της  Ελλάδας που βρίσκεται στο νοτιοανατολικό Αιγαίο. Βρίσκεται περίπου 350 χλμ. νοτιοανατολικά της Αθήνας και 18 χλμ. νοτιοδυτικά της Τουρκίας. Με έκταση 1.400,684 τ.χλμ. είναι το μεγαλύτερο νησί του συμπλέγματος των  Δωδεκανήσων (νότιες σποράδες) και το τέταρτο σε σειρά ολόκληρης της χώρας. Διαθέτει ακτογραμμή μήκους 253 χλμ. και το υψηλότερο σημείο της είναι η κορυφή του όρους Ατταβυρος σε ύψος 1.215 μ. Σύμφωνα με την απογραφή του 2011, ο πληθυσμός του νησιού ανέρχεται σε 115.490 κατοίκους, γεγονός που καθιστά τη Ρόδο το τρίτο πολυπληθέστερο ελληνικό νησί.

Στο βορειοανατολικό άκρο του νησιού βρίσκεται η πρωτεύουσά του, η  πόλη της Ρόδου, που με πληθυσμό περίπου 55.000 κατοίκους αποτελεί και το μεγαλύτερο οικισμό του. Εντός των ορίων της πόλης της Ρόδου, βρίσκεται η  Μεσαιωνική πόλη της Ρόδου, μια από τις καλύτερα διατηρημένες μεσαιωνικές πόλεις του κόσμου, η οποία έχει ενταχθεί, από το 1988, στα μνημεία παγκόσμιας κληρονομιάς της UNESCO.


 Αξιοθέατα Ρόδου

 



ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΙ ΧΩΡΟΙ



ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΑ ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ

Η Ακρόπολις της Ρόδου και το αρχαίο Στάδιο   

Ιαλυσός και Φιλέρημος

Η Ακρόπολις της Λίνδου

Αρχαία Κάμειρος

     Μεσαιωνική πόλη (Παλιά Πόλη) Ρόδου

Παλάτι Μεγάλου Μαγίστρου 

Κάστρο της Λίνδου 


Κάστρο Μονολίθου 


Κάστρο Κρητηνίας

Κάστρο Αρχαγγέλου

Κάστρο Ασκληπειό

Κάστρο Φερακλός



ΜΟΥΣΕΙΑ ΚΑΙ ΕΚΘΕΜΑΤΑ



CHURCHES & MONASTERIES

Αρχαιολογικό Μουσείο Ρόδου

Παλάτι Μεγάλου Μαγίστρου

Βυζαντινό Μουσείο

Ξενώνας της Αγίας Αικατερίνης

Ροδιακή έπαυλη

Ενυδρείο – Μουσείο

Μοναστήρι Παναγίας Τσαμπίκας

Μοναστήρι Αγίου Γεωργίου

Άγιος Φανούριος (Παλιά Πόλη)

Βυζαντινή Εκκλησία της Παναγίας της Λίνδου

Βυζαντινή Εκκλησίας Κοιμήσεως της Θεοτόκου

Εκκλησίας της Παναγίας στην Φιλέρημο

Μονή Καλοπέτρα

Άγιος Σούλας

Άγιος Νικόλαος Φουντουκλί

Μοναστήρι Αγίου Νεκταρίου

Μονή Θάρρι

Μονή Υψενή

Μονή Σκιάδι

Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να επισκεφτείτε το διαδικτυακό ιστότοπο του δήμου Ρόδου εδώ

Σύντομη ιστορία της Ρόδου

Το νησί κατοικήθηκε στα τέλη της Νεολιθικής περιόδου (4000 π.Χ.). Σύμφωνα με μια μυθολογική εκδοχή η Νύμφη Ρόδος ενώθηκε με τον θεό Ήλιο και έφερε στον κόσμο εφτά γιους. Ένας από αυτούς, ο Κέρκαφος, γέννησε τρεις ακόμη: τον Κάμιρο, τον Ιάλυσο και τον Λίνδο, οι οποίοι μοίρασαν το νησί σε τρία μέρη ιδρύοντας, στις αρχές της 1η χιλιετίας π.Χ., ο καθένας τη δική του ομώνυμη πόλη. Το 408 π.Χ. οι τρεις αυτές δωρικές πόλεις συνενώθηκαν, ιδρύοντας στο βορειο-ανατολικό άκρο του νησιού την πόλη της Ρόδου.

Η νέα πόλη, κτισμένη σύμφωνα με το Ιπποδάμειο σύστημα, ήταν μία από τις ωραιότερες και πιο οργανωμένες πόλεις του αρχαίου μεσογειακού κόσμου. Στα ελληνιστικά χρόνια γνώρισε μεγάλη ακμή, κυρίως λόγω της οικονομικής ευρωστίας της και της ευέλικτης εξωτερικής της πολιτικής, με σήμα κατατεθέν της δύναμής και της ευμάρειάς της τον περίφημο Κολοσσό της Ρόδου, ένα από τα εφτά θαύματα του αρχαίου κόσμου, που ήταν αφιερωμένος στο θεό Ήλιο.

Σημαντικά κατάλοιπα της ελληνικής αρχαιότητα υπάρχουν διάσπαρτα στο νησί, με ιδιαίτερης σημασίας χώρους την ακρόπολη της Ρόδου, με τον Ναό του Πυθίου Απόλλωνα στην κορυφή και το Στάδιο χαμηλότερα, την οχυρή ακρόπολη του Φιλερήμου, στην Ιαλυσό, με το ναό της Αθηνάς Πολιάδας και του Δία Πολιέα, την αρχαία Κάμιρο, η οποία αποτελεί ένα εξαιρετικό δείγμα ελληνιστικής πόλης, την ακρόπολη της Λίνδου με το ναό της Λινδίας Αθηνάς στην κορυφή της και πολλές ακόμη θέσεις αρχαιολογικού ενδιαφέροντος.

Την περίοδο του εμφυλίου πολέμου της Ρώμης, ο Κάσσιος κατέλαβε τη Ρόδο, στα 42 π.Χ., αφαιρώντας τους θησαυρούς, το στόλο και τα καλλιτεχνικά έργα που τη στόλιζαν. Η ανεξαρτησία της πόλης τερματίστηκε το 164 π.Χ. όταν η Ρόδος έγινε επαρχία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Μολονότι διατήρησε κάποια σκιώδη ελευθερία τα πρώτα χρόνια, την έχασε οριστικά το 297 μ.Χ., όταν ο Διοκλητιανός την ένωσε με τη ρωμαϊκή Επαρχία των Νήσων.

Κατά τη βυζαντινή περίοδο που ξεκίνησε με την ίδρυση του Βυζαντινού Κράτους, η Ρόδος έχασε την αρχαία της αίγλη και ακτινοβολία. Η πόλη της Ρόδου έγινε επισκοπική έδρα με σημαντικό αριθμό εκκλησιών, ανάμεσα στις οποίες και κάποιες βασιλικές εντυπωσιακών διαστάσεων, ενώ παράλληλα αποτέλεσε σημαντική στρατιωτική βάση. Η πόλη συρρικνώθηκε σε μέγεθος και οχυρώθηκε με νέα τείχη.

Η βυζαντινή περίοδος έληξε το 1309, όταν το νησί πουλήθηκε στο Τάγμα των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ. Ξεκίνησε έτσι η λεγόμενη Ιπποτοκρατία, η οποία διήρκεσε δύο περίπου αιώνες, ως το 1522, και ήταν για το νησί της Ρόδου περίοδος ακμής. Κατά την διάρκεια της παραμονής των Ιπποτών στη Ρόδο, επεκτάθηκαν και εκσυγχρονίστηκαν οι οχυρώσεις, ενώ η πόλη απέκτησε νοσοκομείο, παλάτι και αρκετές εκκλησίες, κτήρια που αποτελούν εξαίρετα παραδείγματα Γοτθικής και Αναγεννησιακής αρχιτεκτονικής.

Τον Δεκέμβριο του 1522 το Τάγμα των Ιπποτών συνθηκολόγησε, έπειτα από πολύμηνη αντίσταση, παραδίδοντας πλέον τις τύχες του νησιού στο Σουλτάνο Σουλεϊμάν και τους Οθωμανούς Τούρκους. Πολλά ιπποτικά κτήρια υπέστησαν μετατροπές και νέα κτίρια κατασκευάστηκαν συμπεριλαμβάνοντας τζαμιά, δημόσια λουτρά και κατοικίες για τους νέους κατακτητές. Οι Ρόδιοι υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την οχυρωμένη πόλη και να μετοικήσουν σε περιοχές εκτός των τειχών.

Η Ρόδος έμεινε υπόδουλη για τέσσερις ολόκληρους αιώνες, μέχρι το 1912, όταν πέρασε στην Ιταλική κατοχή. Το 1923 η Ιταλία ίδρυσε μια αποικία, τα ιταλικά νησιά του Αιγαίου (Isole Italiane del Egeo). Ήταν η περίοδος που η πόλη της Ρόδου αναδείχτηκε αφού οι Ιταλοί καθάρισαν τα τείχη της παλαιάς πόλης από προσκτίσματα παλαιότερων εποχών, ανέδειξαν τα εναπομείναντα κατάλοιπα της Ιπποτοκρατίας, επανοικοδόμησαν το παλάτι του Μεγάλου Μαγίστρου και δημιούργησαν αδόμητες ζώνες πρασίνου που περιέβαλλαν τη Μεσαιωνική πόλη. Παράλληλα υλοποίησαν σημαντικά έργα υποδομής και οικοδόμησαν πολλά νέα δημόσια και ιδιωτικά κτίρια εξαίρετης τέχνης, που κοσμούν την πόλη μέχρι σήμερα. Σημαντικό μνημείο της ιταλοκρατίας, κοντά στη Ρόδο αποτελούν και οι φημισμένες ιαματικές πηγές της Καλλιθέας (Terme di Calitea).

Μετά την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και ως το 1945 η Ρόδος πέρασε στη Γερμανική Κατοχή, και στη συνέχεια, υπό τον έλεγχο της Αγγλίας, ενσωματώθηκε επίσημα στην Ελλάδα, το 1948.
Το 1960 το σύνολο της Μεσαιωνικής Πόλης αναγνωρίστηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού ως «προστατευόμενο μνημείο», ενώ το 1988, η Μεσαιωνική Πόλη κηρύχτηκε «Πόλη Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς» από την UNESCO, καθώς αποτελεί ένα μείγμα διαφορετικών αρχιτεκτονικών ιδιωμάτων από διάφορες ιστορικές περιόδους, με δεσπόζουσα την περίοδο της Ιπποτοκρατίας, καθώς και της Οθωμανικής κυριαρχίας. Σήμερα, αποτελεί ένα ζωντανό κομμάτι της σύγχρονης πόλης, όπου αναπτύσσονται εμπορικές, τουριστικές και ψυχαγωγικές δραστηριότητες ενώ περιλαμβάνει και κατοικήσιμες περιοχές.